πυγμαχώ
•
- μάχομαι σε πυγμαχικούς αγώνες, αγωνίζομαι στο άθλημα της πυγμαχίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πυγμαχώ < αρχαία ελληνική πυγμαχέω / πυγμαχῶ < πυγμάχος < πυγμή + μάχη
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πυγμαχώ | πυγμαχείς | πυγμαχεί | πυγμαχούμε | πυγμαχείτε | πυγμαχούν / πυγμαχούνε |
| Παρατατικός | πυγμαχούσα | πυγμαχούσες | πυγμαχούσε | πυγμαχούσαμε | πυγμαχούσατε | πυγμαχούσαν / πυγμαχούσανε |
| Αόριστος | πυγμάχησα | πυγμάχησες | πυγμάχησε | πυγμαχήσαμε | πυγμαχήσατε | πυγμάχησαν / πυγμαχήσαν / πυγμαχήσανε |
| Μέλλοντας | θα πυγμαχήσω / θα πυγμαχώ | θα πυγμαχήσεις / θα πυγμαχείς | θα πυγμαχήσει / θα πυγμαχεί | θα πυγμαχήσουμε / θα πυγμαχούμε | θα πυγμαχήσετε / θα πυγμαχείτε | θα πυγμαχήσουν / θα πυγμαχήσουνε / θα πυγμαχούν / θα πυγμαχούνε |
| Παρακείμενος | έχω πυγμαχήσει | έχεις πυγμαχήσει | έχει πυγμαχήσει | έχουμε πυγμαχήσει | έχετε πυγμαχήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πυγμαχήσει | είχες πυγμαχήσει | είχε πυγμαχήσει | είχαμε πυγμαχήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πυγμαχήσει / να πυγμαχήσω / να πυγμαχώ | να έχεις πυγμαχήσει / να πυγμαχήσεις / να πυγμαχείς | να έχει πυγμαχήσει / να πυγμαχήσει / να πυγμαχεί | να έχουμε πυγμαχήσει / να πυγμαχήσουμε / να πυγμαχούμε | να έχετε πυγμαχήσει / να πυγμαχήσετε / να πυγμαχείτε | να πυγμαχήσουν / να πυγμαχήσουνε / να πυγμαχούν / να πυγμαχούνε |
| Προστακτική | — | πυγμάχει / πυγμάχησε | — | — | πυγμαχήστε / πυγμαχείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →