Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πυγμαχώ

/piɣ.maˈxo/ρήμα
•
  1. μάχομαι σε πυγμαχικούς αγώνες, αγωνίζομαι στο άθλημα της πυγμαχίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πυγμαχώ < αρχαία ελληνική πυγμαχέω / πυγμαχῶ < πυγμάχος < πυγμή + μάχη

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπυγμαχώπυγμαχείςπυγμαχείπυγμαχούμεπυγμαχείτεπυγμαχούν / πυγμαχούνε
Παρατατικόςπυγμαχούσαπυγμαχούσεςπυγμαχούσεπυγμαχούσαμεπυγμαχούσατεπυγμαχούσαν / πυγμαχούσανε
Αόριστοςπυγμάχησαπυγμάχησεςπυγμάχησεπυγμαχήσαμεπυγμαχήσατεπυγμάχησαν / πυγμαχήσαν / πυγμαχήσανε
Μέλλονταςθα πυγμαχήσω / θα πυγμαχώθα πυγμαχήσεις / θα πυγμαχείςθα πυγμαχήσει / θα πυγμαχείθα πυγμαχήσουμε / θα πυγμαχούμεθα πυγμαχήσετε / θα πυγμαχείτεθα πυγμαχήσουν / θα πυγμαχήσουνε / θα πυγμαχούν / θα πυγμαχούνε
Παρακείμενοςέχω πυγμαχήσειέχεις πυγμαχήσειέχει πυγμαχήσειέχουμε πυγμαχήσειέχετε πυγμαχήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πυγμαχήσειείχες πυγμαχήσειείχε πυγμαχήσειείχαμε πυγμαχήσει——
Υποτακτικήνα έχω πυγμαχήσει / να πυγμαχήσω / να πυγμαχώνα έχεις πυγμαχήσει / να πυγμαχήσεις / να πυγμαχείςνα έχει πυγμαχήσει / να πυγμαχήσει / να πυγμαχείνα έχουμε πυγμαχήσει / να πυγμαχήσουμε / να πυγμαχούμενα έχετε πυγμαχήσει / να πυγμαχήσετε / να πυγμαχείτενα πυγμαχήσουν / να πυγμαχήσουνε / να πυγμαχούν / να πυγμαχούνε
Προστακτική—πυγμάχει / πυγμάχησε——πυγμαχήστε / πυγμαχείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →