πυελικός
•
- που έχει σχέση με την πύελο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πυελικός < πύελος + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική pelvien)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πυελικός | πυελική | πυελικό |
| Γενική | πυελικού | πυελικής | πυελικού |
| Αιτιατική | πυελικό | πυελική | πυελικό |
| Κλητική | πυελικέ | πυελική | πυελικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πυελικοί | πυελικές | πυελικά |
| Γενική | πυελικών | πυελικών | πυελικών |
| Αιτιατική | πυελικούς | πυελικές | πυελικά |
| Κλητική | πυελικοί | πυελικές | πυελικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →