Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πυελικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την πύελο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πυελικός < πύελος + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική pelvien)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυελικόςπυελικήπυελικό
Γενικήπυελικούπυελικήςπυελικού
Αιτιατικήπυελικόπυελικήπυελικό
Κλητικήπυελικέπυελικήπυελικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυελικοίπυελικέςπυελικά
Γενικήπυελικώνπυελικώνπυελικών
Αιτιατικήπυελικούςπυελικέςπυελικά
Κλητικήπυελικοίπυελικέςπυελικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →