Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πυθαγόρειος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον Πυθαγόρα ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. φιλοσοφίαπου έχει σχέση με τους μαθητές ή τους οπαδούς της διδασκαλίας του Πυθαγόρα ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό
  3. μαθηματικάπου έχει σχέση με το πυθαγόρειο θεώρημα, τους πυθαγόρειους αριθμούς, τον πυθαγόρειο πίνακα ή το πυθαγόρειο τρίγωνο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πυθαγόρειος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Πυθαγόρειος (σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική Pythagorean < Pythagora + -ean) < αρχαία ελληνική Πυθαγόρ(ας) + -ειος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυθαγόρειοςπυθαγόρειαπυθαγόρειο
Γενικήπυθαγόρειουπυθαγόρειαςπυθαγόρειου
Αιτιατικήπυθαγόρειοπυθαγόρειαπυθαγόρειο
Κλητικήπυθαγόρειεπυθαγόρειαπυθαγόρειο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυθαγόρειοιπυθαγόρειεςπυθαγόρεια
Γενικήπυθαγόρειωνπυθαγόρειωνπυθαγόρειων
Αιτιατικήπυθαγόρειουςπυθαγόρειεςπυθαγόρεια
Κλητικήπυθαγόρειοιπυθαγόρειεςπυθαγόρεια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →