Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πυθικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την Πυθία, τα Πύθια, τον πύθιο Απόλλωνα ή την Πυθώ ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πυθικός < αρχαία ελληνική Πυθικός < Πυθία < Πυθώ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰewb-ṓ < *dʰewb- (βάθος, κοιλότητα)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυθικόςπυθικήπυθικοι / πυθικό
Γενικήπυθικούπυθικήςπυθικού
Αιτιατικήπυθικόπυθικήπυθικό
Κλητικήπυθικέπυθικήπυθικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυθικοίπυθικέςπυθικά
Γενικήπυθικώνπυθικώνπυθικών
Αιτιατικήπυθικούςπυθικέςπυθικά
Κλητικήπυθικοίπυθικέςπυθικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →