Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πυκνωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με πύκνωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με πυκνωτή, αναφέρεται σ’ αυτόν ή λειτουργεί με πυκνωτή] Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πυκνωτικός < ελληνιστική κοινή πυκνωτικός < αρχαία ελληνική πυκνόω < πυκνός # πυκνωτικός < πυκνωτής + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική condenser )

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυκνωτικόςπυκνωτικήπυκνωτικό
Γενικήπυκνωτικούπυκνωτικήςπυκνωτικού
Αιτιατικήπυκνωτικόπυκνωτικήπυκνωτικό
Κλητικήπυκνωτικέπυκνωτικήπυκνωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυκνωτικοίπυκνωτικέςπυκνωτικά
Γενικήπυκνωτικώνπυκνωτικώνπυκνωτικών
Αιτιατικήπυκνωτικούςπυκνωτικέςπυκνωτικά
Κλητικήπυκνωτικοίπυκνωτικέςπυκνωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →