Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πυλαίος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ανατομίαπου έχει σχέση με την πυλαία φλέβα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πυλαίος < ελληνιστική κοινή πυλαῖος < αρχαία ελληνική πύλη (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική portal)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυλαίοςπυλαίαπυλαίο
Γενικήπυλαίουπυλαίαςπυλαίου
Αιτιατικήπυλαίοπυλαίαπυλαίο
Κλητικήπυλαίεπυλαίαπυλαίο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυλαίοιπυλαίεςπυλαία
Γενικήπυλαίωνπυλαίωνπυλαίων
Αιτιατικήπυλαίουςπυλαίεςπυλαία
Κλητικήπυλαίοιπυλαίεςπυλαία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →