πυλώματα
•
- ιατρικήπόνοι στην κοιλιά που προκαλούνται από κολίτιδα των εντέρων κι άλλες αιτίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πυλώματα < αρχαία ελληνική πυλώματα, πληθυντικός τού πύλωμα < πυλόω < πύλη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πυλώματα | πυλώματα |
| Γενική | — | πυλωμάτων |
| Αιτιατική | — | πυλώματα |
| Κλητική | — | πυλώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →