πυογόνος
•
- ιατρικήπου παράγει πύον Βικιλεξικό
- Η οξεία παρωνυχία είναι επώδυνη πυογόνος λοίμωξη που εμφανίζεται μετά από τραυματισμό ή δευτερεύον τραύμα (https://www.onmed.gr/ygeia/story/326195/paronyxia-poia-epaggelmata-plittei-syxnotera-%E2%80%93-poia-einai-i-katallili-therapeia)
Ετυμολογία
πυογόνος < πυο(ν) + -γόνος / pyogenes
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πυογόνος | πυογόνα / πυογόνος | πυογόνο |
| Γενική | πυογόνου | πυογόνας / πυογόνου | πυογόνου |
| Αιτιατική | πυογόνο | πυογόνα / πυογόνο | πυογόνο |
| Κλητική | πυογόνε | πυογόνα / πυογόνε | πυογόνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πυογόνοι | πυογόνες / πυογόνοι | πυογόνα |
| Γενική | πυογόνων | πυογόνων | πυογόνων |
| Αιτιατική | πυογόνους | πυογόνες / πυογόνους | πυογόνα |
| Κλητική | πυογόνοι | πυογόνες / πυογόνοι | πυογόνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →