πυρίτης
•
- ορυκτολογίαορυκτό με μεταλλική όψη που βγάζει σπίθες όταν χτυπηθεί με χάλυβα, πυριτόλιθος. Με το όνομα πυρίτης εννοείται συνήθως ο σιδηροπυρίτης (FeS₂), αλλά συχνά και ο χαλκοπυρίτης (CuFeS₂). Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πυρίτης < αρχαία ελληνική πυρίτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πυρίτης | πυρίτες |
| Γενική | πυρίτη | πυριτών |
| Αιτιατική | πυρίτη | πυρίτες |
| Κλητική | πυρίτη | πυρίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →