πυρασφάλεια
•
- είδος ασφάλισης, σε ασφαλιστική εταιρεία, που αναφέρεται σε ατυχήματα από φωτιά Βικιλεξικό
- το σύνολο των συστημάτων και εξαρτημάτων που χρησιμοποιούνται σε έναν χώρο για την πρόληψη και την προστασία από ατυχήματα που προέρχονται από φωτιά Βικιλεξικό
- οικείοτο πιστοποιητικό που εκδίδει η Πυροσβεστική Υπηρεσία για την επάρκεια ενός χώρου σε συστήματα πυρασφάλειας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πυρασφάλεια < πυρ- + ασφάλεια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πυρασφάλεια | πυρασφάλειες |
| Γενική | πυρασφάλειας | πυρασφαλειών |
| Αιτιατική | πυρασφάλεια | πυρασφάλειες |
| Κλητική | πυρασφάλεια | πυρασφάλειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →