πυραυλάκατος
•
- ναυτικός όροςτύπος πολεμικού πλοίου μάχης, ελαφρύ ταχύπλοο, με κύριο οπλισμό πυραύλους που βάλλει από ειδική εγκατάσταση που φέρει στο κατάστρωμα. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πυραυλάκατος < πύραυλ(ος) + άκατος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πυραυλάκατος | πυραυλάκατοι / πυραυλάκατοι πυραυλάκατες |
| Γενική | πυραυλακάτου | πυραυλακάτων |
| Αιτιατική | πυραυλάκατο | πυραυλακάτους / πυραυλακάτους πυραυλάκατες |
| Κλητική | πυραυλάκατε / πυραυλάκατε πυραυλάκατο | πυραυλάκατοι / πυραυλάκατοι πυραυλάκατες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →