Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πυραυλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με πύραυλο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
    • Η εμμονή εκείνων των συγγραφέων στην πυραυλική τεχνολογία και τα διαστημικά ταξίδια αποδείχθηκε άστοχη. Η προσσελήνωση δεν οδήγησε πουθενά. Δεν υπάρχουν γήινες αποικίες ούτε στη Σελήνη ούτε στον Άρη. Ύστερα από μισόν αιώνα ραγδαίας τεχνολογικής προόδου, ο «homo sapiens» παραμένει καθηλωμένος στη Γη. (Ρούσσος βρανάς, Η άχρονη χώρα, εκδ. Ποταμός, 2002, σελ. 22)

Ετυμολογία

πυραυλικός < πύραυλος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυραυλικόςπυραυλικήπυραυλικό
Γενικήπυραυλικούπυραυλικήςπυραυλικού
Αιτιατικήπυραυλικόπυραυλικήπυραυλικό
Κλητικήπυραυλικέπυραυλικήπυραυλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυραυλικοίπυραυλικέςπυραυλικά
Γενικήπυραυλικώνπυραυλικώνπυραυλικών
Αιτιατικήπυραυλικούςπυραυλικέςπυραυλικά
Κλητικήπυραυλικοίπυραυλικέςπυραυλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →