Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πυργίσκος

/piɾˈʝi.skos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο πύργος αλλά σε μικρότερο μέγεθος Βικιλεξικό
    • ένα τρίτο ήταν σαν μεσαιωνικό κάστρο, κομπλέ, με τις επάλξεις, την τάφρο και τους πυργίσκους του (Παύλος Μεθενίτης, Αμανίτα μουσκάρια, μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2007)
    • άλλες μορφές: πυργί
  2. στρατιωτικός όροςχώρος σε ένα πολεμικό όχημα σχεδιασμένος για να έχει ένα καλό οπτικό πεδίο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πυργίσκος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πυργίσκος. Μορφολογικά αναλύεται σε πύργος + υποκοριστικό επίθημα -ίσκος :* για τον στρατιωτικό όρο < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική turret

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπυργίσκοςπυργίσκοι
Γενικήπυργίσκουπυργίσκων
Αιτιατικήπυργίσκοπυργίσκους
Κλητικήπυργίσκεπυργίσκοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →