πυργοποιία
•
- κατασκευή πύργου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πυργοποιία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πυργοποιΐα. Μορφολογικά αναλύεται σε πύργ(ος) + -ο- + -ποιία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πυργοποιία | πυργοποιίες |
| Γενική | πυργοποιίας | πυργοποιιών |
| Αιτιατική | πυργοποιία | πυργοποιίες |
| Κλητική | πυργοποιία | πυργοποιίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →