Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πυργοποιία

/piɾ.ɣo.piˈi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κατασκευή πύργου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πυργοποιία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πυργοποιΐα. Μορφολογικά αναλύεται σε πύργ(ος) + -ο- + -ποιία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπυργοποιίαπυργοποιίες
Γενικήπυργοποιίαςπυργοποιιών
Αιτιατικήπυργοποιίαπυργοποιίες
Κλητικήπυργοποιίαπυργοποιίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →