πυργώνω
•
- οχυρώνω ένα χώρο με πύργους Βικιλεξικό
- μεταφορικά, ορθώνω, ψηλώνω κάτι ώστε να λάβει μέγεθος σαν ένα πύργο Βικιλεξικό
- Κ' εὐθὺς ἐπυργωθήκανε τὰ κύματ' ὣς στ' ἀστέρια (Γεώργιος Βιζυηνός, Τὰ ὄρη καὶ τὰ κύματα)
Ετυμολογία
πυργώνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πυργόω, αναλύεται συγχρονικά σε πύργος + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πυργώνω | πυργώνεις | πυργώνει | πυργώνουμε | πυργώνετε | πυργώνουν / πυργώνουνε |
| Παρατατικός | πύργωνα | πύργωνες | πύργωνε | πυργώναμε | πυργώνατε | πυργώναν / πυργώνανε / πύργωναν |
| Αόριστος | πύργωσα | πύργωσες | πύργωσε | πυργώσαμε | πυργώσατε | πυργώσαν / πυργώσανε / πύργωσαν |
| Μέλλοντας | θα πυργώνω / θα πυργώσω | θα πυργώνεις / θα πυργώσεις | θα πυργώνει / θα πυργώσει | θα πυργώνουμε / θα πυργώσουμε | θα πυργώνετε / θα πυργώσετε | θα πυργώνουν / θα πυργώνουνε / θα πυργώσουν / θα πυργώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πυργώσει | έχεις πυργώσει | έχει πυργώσει | έχουμε πυργώσει | έχετε πυργώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πυργώσει | είχες πυργώσει | είχε πυργώσει | είχαμε πυργώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πυργώσει / να πυργώνω / να πυργώσω | να έχεις πυργώσει / να πυργώνεις / να πυργώσεις | να έχει πυργώσει / να πυργώνει / να πυργώσει | να έχουμε πυργώσει / να πυργώνουμε / να πυργώσουμε | να έχετε πυργώσει / να πυργώνετε / να πυργώσετε | να πυργώνουν / να πυργώνουνε / να πυργώσουν / να πυργώσουνε |
| Προστακτική | — | πύργωνε / πύργωσε | — | — | πυργώνετε / πυργώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →