Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πυρετικός

/pi.ɾe.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με τον πυρετό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πυρετικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πυρετικός Μορφολογικά αναλύεται σε πυρετ(ός) + -ικός. :* για τη σημασία «πυρετώδης»: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική fébrile

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυρετικόςπυρετικήπυρετικό
Γενικήπυρετικούπυρετικήςπυρετικού
Αιτιατικήπυρετικόπυρετικήπυρετικό
Κλητικήπυρετικέπυρετικήπυρετικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυρετικοίπυρετικέςπυρετικά
Γενικήπυρετικώνπυρετικώνπυρετικών
Αιτιατικήπυρετικούςπυρετικέςπυρετικά
Κλητικήπυρετικοίπυρετικέςπυρετικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →