Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πυρετογόνος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που προκαλεί πυρετό Βικιλεξικό
    • Σε πέντε πειραματόζωα έγινε ενδοπεριτοναϊκή χορήγηση στείρου μη πυρετογόνου φυσιολογικού ορού και χρησιμοποιήθηκαν σαν ομάδα ελέγχου (Πειραματική μελέτη της απόπτωσης στους νεφρούς σε επίμυες με σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας (ARDS), Θεοδώρα Μπινιάρη, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ). Σχολή Επιστημών Υγείας, 2009 http://hdl.handle.net/10442/hedi/20390)

Ετυμολογία

πυρετογόνος < πυρετ(ος) + -ο- + -γόνος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυρετογόνοςπυρετογόνα / πυρετογόνοςπυρετογόνο
Γενικήπυρετογόνουπυρετογόνας / πυρετογόνουπυρετογόνου
Αιτιατικήπυρετογόνοπυρετογόνα / πυρετογόνοπυρετογόνο
Κλητικήπυρετογόνεπυρετογόνα / πυρετογόνεπυρετογόνο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυρετογόνοιπυρετογόνες / πυρετογόνοιπυρετογόνα
Γενικήπυρετογόνωνπυρετογόνωνπυρετογόνων
Αιτιατικήπυρετογόνουςπυρετογόνες / πυρετογόνουςπυρετογόνα
Κλητικήπυρετογόνοιπυρετογόνες / πυρετογόνοιπυρετογόνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →