πυρηνελαιουργείο
•
- εξειδικευμένη βιομηχανία (εργοστάσιο) επεξεργασίας πυρηνοπολτού (ή πυρηνόπιττας) συν της παραγωγής και διάθεσης πυρηνέλαιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πυρηνελαιουργείο < πυρήν(ας) + ελαιουργείο / πυρηνέλαι(ο) + -ουργείο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πυρηνελαιουργείο | πυρηνελαιουργεία |
| Γενική | πυρηνελαιουργείου | πυρηνελαιουργείων |
| Αιτιατική | πυρηνελαιουργείο | πυρηνελαιουργεία |
| Κλητική | πυρηνελαιουργείο | πυρηνελαιουργεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →