Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πυρηνοκίνητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που προωθείται με πυρηνική ενέργεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πυρηνοκίνητος < νέα ελληνική πυρήν(ας) + -ο- + -κίνητος (πυρήνας από την πυρηνική ενέργεια)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυρηνοκίνητοςπυρηνοκίνητηπυρηνοκίνητο
Γενικήπυρηνοκίνητουπυρηνοκίνητηςπυρηνοκίνητου
Αιτιατικήπυρηνοκίνητοπυρηνοκίνητηπυρηνοκίνητο
Κλητικήπυρηνοκίνητεπυρηνοκίνητηπυρηνοκίνητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυρηνοκίνητοιπυρηνοκίνητεςπυρηνοκίνητα
Γενικήπυρηνοκίνητωνπυρηνοκίνητωνπυρηνοκίνητων
Αιτιατικήπυρηνοκίνητουςπυρηνοκίνητεςπυρηνοκίνητα
Κλητικήπυρηνοκίνητοιπυρηνοκίνητεςπυρηνοκίνητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →