πυρηνόκαρπος
•
- που έχει σχέση με τα πυρηνόκαρπα ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοπυρηνόκαρπα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πυρηνόκαρπος < πυρήνας + -ο- + καρπός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πυρηνόκαρπος | πυρηνόκαρπη | πυρηνόκαρπο |
| Γενική | πυρηνόκαρπου | πυρηνόκαρπης | πυρηνόκαρπου |
| Αιτιατική | πυρηνόκαρπο | πυρηνόκαρπη | πυρηνόκαρπο |
| Κλητική | πυρηνόκαρπε | πυρηνόκαρπη | πυρηνόκαρπο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πυρηνόκαρποι | πυρηνόκαρπες | πυρηνόκαρπα |
| Γενική | πυρηνόκαρπων | πυρηνόκαρπων | πυρηνόκαρπων |
| Αιτιατική | πυρηνόκαρπους | πυρηνόκαρπες | πυρηνόκαρπα |
| Κλητική | πυρηνόκαρποι | πυρηνόκαρπες | πυρηνόκαρπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →