Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πυρηνόκαρπος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τα πυρηνόκαρπα ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοπυρηνόκαρπα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πυρηνόκαρπος < πυρήνας + -ο- + καρπός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυρηνόκαρποςπυρηνόκαρπηπυρηνόκαρπο
Γενικήπυρηνόκαρπουπυρηνόκαρπηςπυρηνόκαρπου
Αιτιατικήπυρηνόκαρποπυρηνόκαρπηπυρηνόκαρπο
Κλητικήπυρηνόκαρπεπυρηνόκαρπηπυρηνόκαρπο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυρηνόκαρποιπυρηνόκαρπεςπυρηνόκαρπα
Γενικήπυρηνόκαρπωνπυρηνόκαρπωνπυρηνόκαρπων
Αιτιατικήπυρηνόκαρπουςπυρηνόκαρπεςπυρηνόκαρπα
Κλητικήπυρηνόκαρποιπυρηνόκαρπεςπυρηνόκαρπα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →