Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πυρηνόξυλο

/pi.ɾiˈno.ksi.lo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. νεολογισμόςπαραπροϊόν της επεξεργασίας της ελιάς το οποίο χρησιμοποιείται ως καύσιμο Βικιλεξικό
    • Το καλό λάδι υπάρχει στη Λέσβο σαν το νερό. Το νησί είναι φορτωμένο με ελιές όσο φτάνει το μάτι. Δεν υπάρχει γυμνό έδαφος. Οι περισσότεροι απ’ τους κατοίκους έχουν ένα κτήμα και όλοι ασχολούνται είτε με τον ίδιο τον καρπό είτε με τα παράγωγά του: πυρήνα, πυρηνέλαιο, πυρηνόξυλο, σαπούνια, κρέμες κ.λπ. (Μαρία Κοραχάη, Το ταξίδι της σαρδέλας, Η Καθημερινή, 5 Σεπτεμβρίου 2016)

Ετυμολογία

πυρηνόξυλο < πυρήν(ας) + -ό- + ξύλο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπυρηνόξυλοπυρηνόξυλα
Γενικήπυρηνόξυλουπυρηνόξυλων
Αιτιατικήπυρηνόξυλοπυρηνόξυλα
Κλητικήπυρηνόξυλοπυρηνόξυλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →