πυριτικός
•
- χημείαο σχετικός με πυρίτιο Βικιλεξικό
- πυριτική ένωση, πυριτικό ορυκτό
Ετυμολογία
πυριτικός < πυρίτ(ιο) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πυριτικός | πυριτική | πυριτικό |
| Γενική | πυριτικού | πυριτικής | πυριτικού |
| Αιτιατική | πυριτικό | πυριτική | πυριτικό |
| Κλητική | πυριτικέ | πυριτική | πυριτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πυριτικοί | πυριτικές | πυριτικά |
| Γενική | πυριτικών | πυριτικών | πυριτικών |
| Αιτιατική | πυριτικούς | πυριτικές | πυριτικά |
| Κλητική | πυριτικοί | πυριτικές | πυριτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →