Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πυριτοδότης

/pi.ɾi.toˈðo.tis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοκάποιος (π.χ. ναύτης) που φροντίζει για την πυροδότηση των πυρομαχικών ή για όλη τη σχετική διαδικασία Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοναύτης παλιού ιστιοφόρου πολεμικού πλοίου, υπεύθυνος για τη μεταφορά πυρομαχικών από τις αποθήκες στα πυροβόλα Βικιλεξικό
    • για την πυροδότηση, δείτε πυροβολητής, κανονιέρης

Ετυμολογία

πυριτοδότης < (ελληνιστική κοινή) πυρίτ(ης) (είδος τσακμακόπετρας) + -ο- + -δότης.^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Ήδη από το 1858 στον πληθυντικό «πυριτοδόται» στο Ονοματολόγιον Ναυτικόν ως απόδοση για τη γαλλική - «les hommes du passage des poudres» ή την αγγλική έκφραση "passage-men" Δείτε και πυρῖτις (καθαρεύουσα), για το θέμα πυριτιδ-

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπυριτοδότηςπυριτοδότες
Γενικήπυριτοδότηπυριτοδοτών
Αιτιατικήπυριτοδότηπυριτοδότες
Κλητικήπυριτοδότηπυριτοδότες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →