Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πυροβατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λαογραφία: ο σχετικός με πυροβάτη ή πυροβασία Βικιλεξικό
  2. ο σχετικός με αναστενάρη Βικιλεξικό
    • "πυροβατικός οίστρος", "πυροβατική έκσταση", "πυροβατικό έθιμο"

Ετυμολογία

πυροβατικός < πυροβάτης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυροβατικόςπυροβατικήπυροβατικό
Γενικήπυροβατικούπυροβατικήςπυροβατικού
Αιτιατικήπυροβατικόπυροβατικήπυροβατικό
Κλητικήπυροβατικέπυροβατικήπυροβατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυροβατικοίπυροβατικέςπυροβατικά
Γενικήπυροβατικώνπυροβατικώνπυροβατικών
Αιτιατικήπυροβατικούςπυροβατικέςπυροβατικά
Κλητικήπυροβατικοίπυροβατικέςπυροβατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →