πυροβατικός
•
- λαογραφία: ο σχετικός με πυροβάτη ή πυροβασία Βικιλεξικό
- ο σχετικός με αναστενάρη Βικιλεξικό
- "πυροβατικός οίστρος", "πυροβατική έκσταση", "πυροβατικό έθιμο"
Ετυμολογία
πυροβατικός < πυροβάτης + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πυροβατικός | πυροβατική | πυροβατικό |
| Γενική | πυροβατικού | πυροβατικής | πυροβατικού |
| Αιτιατική | πυροβατικό | πυροβατική | πυροβατικό |
| Κλητική | πυροβατικέ | πυροβατική | πυροβατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πυροβατικοί | πυροβατικές | πυροβατικά |
| Γενική | πυροβατικών | πυροβατικών | πυροβατικών |
| Αιτιατική | πυροβατικούς | πυροβατικές | πυροβατικά |
| Κλητική | πυροβατικοί | πυροβατικές | πυροβατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →