πυροβόλο
•
- φορητό όπλοόπλο που διαθέτει σωλήνα (κάννη) και εκτοξεύει βλήματα με την πίεση αερίων που παράγονται μετά την καύση εκρηκτικής ύλης (σήμερα εμπυρεύματος, αλλά παλιότερα πυρίτιδας) Βικιλεξικό
- < υπώνυμα: αεροβόλο όπλο, καλίμπρα, κανόνι, καραμπίνα, πιστόλι, τηλεβόλο, τουφέκι
- μη φορητό όπλομεγάλο όπλο, που με την εκτόξευση βαρέων βλημάτων βάλλει πυρά σε κοντινή ή μακρινή απόσταση Βικιλεξικό
- Το υποβρύχιο έριξε στην αρχή δυο τορπίλλες, αλλά δε βρήκαν το στόχο τους. Τότε το υποβρύχιο βγήκε από το βυθό και από απόσταση 500 μέτρων χτύπησε με το πυροβόλο του το Ιταλικό πετρελαιοφόρο, και το βύθισε (Γιάννης Καιροφύλας, Η Αθήνα του '40 και της Κατοχής, εκδ. Φιλιππότη, 1985, σελ. 68)
- < υπώνυμα: κανόνι, μυδράλιο, μυδραλιοβόλο, οβιδοβόλο, όλμος
Ετυμολογία
πυροβόλο: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου από την ελληνιστική κοινή πυροβόλος («που ρίχνει φωτιά, πυρ» για αναμμένα βέλη). < με έλλειψη του ουσιαστικού όπλο, μέσω της καθαρεύουσας: «πυροβόλον (ὅπλον)». Παραβάλετε τον ελληνιστικό όρο τὰ πυρόβολα (μηχάνημα εκτόξευσης φλεγόμενων βλημάτων). Κατά τον Χαραλαμπάκη, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική arme à feu. → δείτε και το επίθετο πυροβόλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πυροβόλο | πυροβόλα |
| Γενική | πυροβόλου | πυροβόλων |
| Αιτιατική | πυροβόλο | πυροβόλα |
| Κλητική | πυροβόλο | πυροβόλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →