πυροκλαστικός
•
- φυσικήαυτός που διαιρείται, τεμαχίζεται σε υψηλή θερμοκρασία Βικιλεξικό
- ο προερχόμενος από βίαιη ηφαιστειακή έκρηξη, Βικιλεξικό
- περιγραφή υλικού και υφής του, από παραπάνω προέλευση Βικιλεξικό
- χαρακτηρισμός πετρώματος από απόθεση παραπάνω υλικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πυροκλαστικός < πυρ πυρο- + κλαστικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πυροκλαστικός | πυροκλαστική | πυροκλαστικό |
| Γενική | πυροκλαστικού | πυροκλαστικής | πυροκλαστικού |
| Αιτιατική | πυροκλαστικό | πυροκλαστική | πυροκλαστικό |
| Κλητική | πυροκλαστικέ | πυροκλαστική | πυροκλαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πυροκλαστικοί | πυροκλαστικές | πυροκλαστικά |
| Γενική | πυροκλαστικών | πυροκλαστικών | πυροκλαστικών |
| Αιτιατική | πυροκλαστικούς | πυροκλαστικές | πυροκλαστικά |
| Κλητική | πυροκλαστικοί | πυροκλαστικές | πυροκλαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →