Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πυροκροτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με πυροκροτητή ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πυροκροτικός < πυροκροτητής + -ικός (με απλοποίηση)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυροκροτικόςπυροκροτικήπυροκροτικό
Γενικήπυροκροτικούπυροκροτικήςπυροκροτικού
Αιτιατικήπυροκροτικόπυροκροτικήπυροκροτικό
Κλητικήπυροκροτικέπυροκροτικήπυροκροτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυροκροτικοίπυροκροτικέςπυροκροτικά
Γενικήπυροκροτικώνπυροκροτικώνπυροκροτικών
Αιτιατικήπυροκροτικούςπυροκροτικέςπυροκροτικά
Κλητικήπυροκροτικοίπυροκροτικέςπυροκροτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →