Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πυρομετρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την πυρομετρία ή το πυρόμετρο ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πυρομετρικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική pyrométrique < pyrométrie < αρχαία ελληνική πῦρ + μέτρον

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυρομετρικόςπυρομετρικήπυρομετρικό
Γενικήπυρομετρικούπυρομετρικήςπυρομετρικού
Αιτιατικήπυρομετρικόπυρομετρικήπυρομετρικό
Κλητικήπυρομετρικέπυρομετρικήπυρομετρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυρομετρικοίπυρομετρικέςπυρομετρικά
Γενικήπυρομετρικώνπυρομετρικώνπυρομετρικών
Αιτιατικήπυρομετρικούςπυρομετρικέςπυρομετρικά
Κλητικήπυρομετρικοίπυρομετρικέςπυρομετρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →