πυροσβεστήρας
•
- συσκευήκυλινδρικό δοχείο, συνήθως φορητό το οποίο περιέχει κατασβεστικό μέσο που θα εκλυθεί για να κατασβέσει μια φωτιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πυροσβεστήρας < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα πυροσβεστήρ < πυρο- + (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σβεστήρ απο την αιτιατική «τόν σβεστῆρα» > + -τήρας, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική fire extinguisher ή απόδοση για τη γαλλική extincteur de feu.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πυροσβεστήρας | πυροσβεστήρες |
| Γενική | πυροσβεστήρα | πυροσβεστήρων |
| Αιτιατική | πυροσβεστήρα | πυροσβεστήρες |
| Κλητική | πυροσβεστήρα | πυροσβεστήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →