Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πυροφορικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που φέρνει πυρ, δηλαδή φωτιά Βικιλεξικό
  2. υλικό που αναφλέγεται με την έκθεσή του στον ατμοσφαιρικό αέρα ή με την επαφή του με οξυγονούχες ουσίες, όπως και το νερό, ιδιαίτερα σε μορφή ρινισμάτων, στις συνηθισμένες συνθήκες Βικιλεξικό
    • Ο πυροφορικός θειούχος σίδηρος, δηλαδή ο θειούχος σίδηρος που έχει την ικανότητα να υποστεί πυροφορική οξείδωση στον ατμοσφαιρικό αέρα, μπορεί να προκαλέσει ανάφλεξη εύφλεκτων μιγμάτων αερίων υδρογονανθράκων και ατμοσφαιρικού αέρα (Κ. Φέτσης, διπλωματική εργασία, ΕΜΠ, 2014, https://dspace.lib.ntua.gr/xmlui/bitstream/handle/123456789/39264/%CE%94%CE%99%CE%A0%CE%9B%CE%A9%CE%9C%CE%91%CE%A4%CE%99%CE%9A%CE%97-%CE%A6%CE%95%CE%A4%CE%A3%CE%97.pdf?sequence=2)
  3. που βγάζει σπίθες με την τριβή ή την κρούση Βικιλεξικό
  4. που οξειδώνεται με τη έκθεσή του με τον ατμοσφαιρικό αέρα, στις συνηθισμένες συνθήκες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πυροφορικός < πυρ + φέρω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυροφορικόςπυροφορική / πυροφορικηπυροφορικο / πυροφορικό
Γενικήπυροφορικούπυροφορικήςπυροφορικού
Αιτιατικήπυροφορικόπυροφορικήπυροφορικό
Κλητικήπυροφορικέπυροφορικήπυροφορικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυροφορικοίπυροφορικέςπυροφορικά
Γενικήπυροφορικώνπυροφορικώνπυροφορικών
Αιτιατικήπυροφορικούςπυροφορικέςπυροφορικά
Κλητικήπυροφορικοίπυροφορικέςπυροφορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →