πυρπολούμαι
•
- καίγομαι, επειδή κάποιος μου έβαλε φωτιά να με κάψει (αυτοπυρπολούμαι όταν βάζω φωτιά στον εαυτό μου) Βικιλεξικό
- Η φρεγάτα πυρπολήθηκε
- μεταφορικάφλέγομαι από ένα πάθος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πυρπολούμαι: παθητική φωνή του ρήματος πυρπολώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πυρπολούμαι | πυρπολείσαι | πυρπολείται | πυρπολούμαστε | πυρπολείστε | πυρπολούνται |
| Παρατατικός | πυρπολούμουν | πυρπολούσουν | πυρπολούνταν | πυρπολούμασταν / πυρπολούμαστε | πυρπολούσασταν / πυρπολούσαστε | πυρπολούνταν |
| Αόριστος | πυρπολήθηκα | πυρπολήθηκες | πυρπολήθηκε | πυρποληθήκαμε | πυρποληθήκατε | πυρπολήθηκαν / πυρποληθήκαν / πυρποληθήκανε |
| Μέλλοντας | θα πυρποληθώ / θα πυρπολούμαι | θα πυρπολείσαι / θα πυρποληθείς | θα πυρπολείται / θα πυρποληθεί | θα πυρποληθούμε / θα πυρπολούμαστε | θα πυρπολείστε / θα πυρποληθείτε | θα πυρποληθούν / θα πυρποληθούνε / θα πυρπολούνται |
| Παρακείμενος | έχω πυρποληθεί | έχεις πυρποληθεί | έχει πυρποληθεί | έχουμε πυρποληθεί | έχετε πυρποληθεί | έχουν πυρποληθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα πυρποληθεί | είχες πυρποληθεί | είχε πυρποληθεί | είχαμε πυρποληθεί | είχατε πυρποληθεί | είχαν πυρποληθεί |
| Υποτακτική | να έχω πυρποληθεί / να πυρποληθώ / να πυρπολούμαι | να έχεις πυρποληθεί / να πυρπολείσαι / να πυρποληθείς | να έχει πυρποληθεί / να πυρπολείται / να πυρποληθεί | να έχουμε πυρποληθεί / να πυρποληθούμε / να πυρπολούμαστε | να έχετε πυρποληθεί / να πυρπολείστε / να πυρποληθείτε | να έχουν πυρποληθεί / να πυρποληθούν / να πυρποληθούνε / να πυρπολούνται |
| Προστακτική | — | πυρπολήσου | — | — | πυρπολείστε / πυρποληθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →