πυώδης
•
- ιατρικήπου αποτελείται από πύον ή το παράγει Βικιλεξικό
- Τόν εἶδα σά στοιχειό ξερασμένο μέ ἀηδία ἀπ' τά ἔγκατα τῆς γῆς, ἐγωκεντρικό καί ματαιόδοξο, μ' ἕνα κομμάτι σίδερο στή θέση τῆς καρδιᾶς· με πυώδη λύμφη στίς ἀρτηρίες, ἀντί γιά αἷμα·…
Ετυμολογία
πυώδης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πυώδης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πυώδης | πυώδης | πυώδες |
| Γενική | πυώδους | πυώδους | πυώδους |
| Αιτιατική | πυώδη | πυώδη | πυώδες |
| Κλητική | πυώδη / πυώδης | πυώδης | πυώδες |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πυώδεις | πυώδεις | πυώδη |
| Γενική | πυωδών | πυωδών | πυωδών |
| Αιτιατική | πυώδεις | πυώδεις | πυώδη |
| Κλητική | πυώδεις | πυώδεις | πυώδη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →