Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πυώδης

/piˈo.ðis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου αποτελείται από πύον ή το παράγει Βικιλεξικό
    • Τόν εἶδα σά στοιχειό ξερασμένο μέ ἀηδία ἀπ' τά ἔγκατα τῆς γῆς, ἐγωκεντρικό καί ματαιόδοξο, μ' ἕνα κομμάτι σίδερο στή θέση τῆς καρδιᾶς· με πυώδη λύμφη στίς ἀρτηρίες, ἀντί γιά αἷμα·…

Ετυμολογία

πυώδης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πυώδης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυώδηςπυώδηςπυώδες
Γενικήπυώδουςπυώδουςπυώδους
Αιτιατικήπυώδηπυώδηπυώδες
Κλητικήπυώδη / πυώδηςπυώδηςπυώδες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυώδειςπυώδειςπυώδη
Γενικήπυωδώνπυωδώνπυωδών
Αιτιατικήπυώδειςπυώδειςπυώδη
Κλητικήπυώδειςπυώδειςπυώδη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →