πωλητής
•
- που πουλάει κάτι, π.χ. Βικιλεξικό
- ο ιδιοκτήτης ενός περιουσιακού στοιχείου (ακίνητο, αυτοκίνητο) που το μεταβιβάζει έναντι χρημάτων σε άλλον Βικιλεξικό
- επάγγελμαο υπάλληλος ενός εμπορικού καταστήματος Βικιλεξικό
- επάγγελμαο πλασιέ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πωλητής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πωλητής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πωλητής | πωλητές |
| Γενική | πωλητή | πωλητών |
| Αιτιατική | πωλητή | πωλητές |
| Κλητική | πωλητή | πωλητές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →