Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πωρικό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. καρπός (νωποί και ξηροί καρποί) Βικιλεξικό
    • Ο τζύρης μου έφερεν μας κάμποσα πωρικά 'που το παναϋριν http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/36/civitem/2800, Φαρμακίδου ΞΠ (2003, σελ.212)
    • ήγουν κάθε ποτό οπού ποιεί μέθην, καθώς είναι το ρακί, όπου κατασκευάζεται από διάφορα πωρικά https://books.google.it/books?id=yyxhAAAAcAAJ&lpg=PA3&ots=g9k-AwSkX2&dq=%CF%80%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C&pg=PA3#v=onepage&q=%CF%80%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C&f=false (Πηδάλιον της νοητής νηός, της μιας, αγίας, καθολικής, και αποστολικής των Ορθοδόξων Εκκλησίας ... ερμηνευμένοι παρ Αγαπίου Ιερομονάχου, και Νικοδήμου Μοναχού, 1841
  2. φρούτο Βικιλεξικό
    • Ο Νότος δένει αμύγδαλα, κι' ο κυρ Βοριάς απίδι κι' η συνεβριά τα πωρικά κι' ο εξάνεμος τα μήλα https://web.archive.org/web/20211022023847/http://repository.kentrolaografias.gr/xmlui/handle/20.500.11853/242595
  3. αποτέλεσμα, προϊόν Βικιλεξικό
    • τα πωρικά, όπου η αγάπη κάνει, Ερωτόκριτος

Ετυμολογία

πωρικό < (μεσαιωνικό) πωρικόν < οπωρικός < οπώρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπωρικόπωρικά
Γενικήπωρικούπωρικών
Αιτιατικήπωρικόπωρικά
Κλητικήπωρικόπωρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →