πωρώνω
•
- μετατρέπω κάποιον σε αναίσθητο ως προς ζητήματα ηθικής, του προκαλώ ηθική αναισθησία Βικιλεξικό
- προκαλώ συναισθηματική ένδεια Βικιλεξικό
- οικείοφανατίζω, παθιάζω Βικιλεξικό
- ιατρικήδημιουργώ πώρο στην προσπάθεια αποκατάστασης ενός οστού που έχει σπάσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πωρώνω < ελληνιστική κοινή πωρόω / πωρῶ (1η σημασία) < αρχαία ελληνική πωρόω / πωρῶ < πῶρος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πωρώνω | πωρώνεις | πωρώνει | πωρώνουμε | πωρώνετε | πωρώνουν / πωρώνουνε |
| Παρατατικός | πώρωνα | πώρωνες | πώρωνε | πωρώναμε | πωρώνατε | πωρώναν / πωρώνανε / πώρωναν |
| Αόριστος | πώρωσα | πώρωσες | πώρωσε | πωρώσαμε | πωρώσατε | πωρώσαν / πωρώσανε / πώρωσαν |
| Μέλλοντας | θα πωρώνω / θα πωρώσω | θα πωρώνεις / θα πωρώσεις | θα πωρώνει / θα πωρώσει | θα πωρώνουμε / θα πωρώσουμε | θα πωρώνετε / θα πωρώσετε | θα πωρώνουν / θα πωρώνουνε / θα πωρώσουν / θα πωρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πωρώσει | έχεις πωρώσει | έχει πωρώσει | έχουμε πωρώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πωρώσει | είχες πωρώσει | είχε πωρώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πωρώσει / να πωρώνω / να πωρώσω | να έχεις πωρώσει / να πωρώνεις / να πωρώσεις | να έχει πωρώσει / να πωρώνει / να πωρώσει | να έχουμε πωρώσει / να πωρώνουμε / να πωρώσουμε | να πωρώνετε / να πωρώσετε | να πωρώνουν / να πωρώνουνε / να πωρώσουν / να πωρώσουνε |
| Προστακτική | — | πώρωνε / πώρωσε | — | — | πωρώνετε / πωρώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
πωρώθηκαπωρώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →