πόζα
•
- επιτηδευμένη στάση του σώματος Βικιλεξικό
- 1888 Σοφοκλῆς Καρύδης, Ἡ κυρία Τριγκιτράγκα
- συνεκδοχικάη φωτογραφία ανθρώπων ή ζώων Βικιλεξικό
- μεταφορικάστάση ακατάδεκτη ή σοβαροφανής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πόζα < (άμεσο δάνειο) ιταλική posa (σταμάτημα) < λατινική pausa < αρχαία ελληνική παῦσις (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πόζα | πόζες |
| Γενική | πόζας | — |
| Αιτιατική | πόζα | πόζες |
| Κλητική | πόζα | πόζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →