πόθος
•
- πολύ δυνατή επιθυμία Βικιλεξικό
- Ὁ Γερμανὸς διψῶν εὐρυτέρας μαθήσεως καὶ διαφλεγόμενος ἐκ τοῦ πόθου νὰ ἐγκύψῃ συστηματικώτερον περὶ τὴν μελέτην τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας εἰςήχθη ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Μαζαράκη εἰς τὴν Θεολογικὴν Σχολὴν τῆς Χάλκης, ἔνθα ἐμορφώθη ἐγκυκλοπαιδικώτερον καὶ ἐπεδόθη περὶ τὴν σπουδὴν ὑψηλοτέρων θεολογικῶν μαθημάτων. (Ανώνυμος, Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1890, Γερμανός Καλλιγάς, μητροπολίτης Αθηνών, 1890)
- Πάλι η απόσταση μεταξύ πόθου, αδιαφορίας και απωθήσεως είναι μια τρίχα. Πάλι το ακανόνιστο και το ελαττωματικό διεγείρουν. Μια μη μετρήσιμη διαφορετική καμπυλότητα σ' έναν γοφό, σε μια κοιλιά, ένα απειροελάχιστο επιπλέον πέσιμο του γυναικείου στήθους, ένας μόλις αισθητός και φυσικά μη μετρήσιμος ολόκορμος κυματισμός μπορεί να προκαλέσει σε κάποιον πόθο. Σε έναν άλλο ίσως δημιουργήσει απώθηση και η αμέσως παρακάτω ή παραπάνω διαβάθμιση να του δημιουργήσει πόθο. (Σωτήρης Δημητρίου, Τα οπωροφόρα της Αθήνας, εκδ. Πατάκη, 2016)
- φυτόαναρριχώμενο φυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πόθος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πόθος : (βοτανικός όρος) < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική pothos
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πόθος | πόθοι |
| Γενική | πόθου | πόθων |
| Αιτιατική | πόθο | πόθους |
| Κλητική | πόθε | πόθοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →