πόμπεμα
•
- αυτό(ς) που το(ν) διαπομπεύουν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πόμπεμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πόμπευμα < πομπεύ(ω) + -μα με αφομοίωση [vm] > [mm] και απλοποίηση του διπλού συμφώνου [mm] > [m] Δείτε και πόμπευμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πόμπεμα | πομπέματα |
| Γενική | πομπέματος | πομπεμάτων |
| Αιτιατική | πόμπεμα | πομπέματα |
| Κλητική | πόμπεμα | πομπέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →