πόνεση
•
- λαϊκότροποη συμπόνια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πόνεση < (πονάω) πονε- + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πόνεση | — |
| Γενική | πόνεσης | — |
| Αιτιατική | πόνεση | — |
| Κλητική | πόνεση | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
πόνεση < (πονάω) πονε- + -ση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πόνεση | — |
| Γενική | πόνεσης | — |
| Αιτιατική | πόνεση | — |
| Κλητική | πόνεση | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →