πόνημα
•
- έργο που εκτελείται, εργασία Βικιλεξικό
- Εἰς σᾶς, ὦ γενναῖοι συναγωνισταὶ τοῦ ἀοιδίμου Καραϊσκάκη, ἀφιερόνω τὸ παρόν μου πόνημα. (Δημήτριος Αινιάν, Η βιογραφία του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη, Αφιέρωσις του συγγραφέως)
Ετυμολογία
πόνημα < αρχαία ελληνική πόνημα < πονέομαι < πόνος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πόνημα | πονήματα |
| Γενική | πονήματος | πονημάτων |
| Αιτιατική | πόνημα | πονήματα |
| Κλητική | πόνημα | πονήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →