Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πόνημα

/ˈpo.ni.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. έργο που εκτελείται, εργασία Βικιλεξικό
    • Εἰς σᾶς, ὦ γενναῖοι συναγωνισταὶ τοῦ ἀοιδίμου Καραϊσκάκη, ἀφιερόνω τὸ παρόν μου πόνημα. (Δημήτριος Αινιάν, Η βιογραφία του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη, Αφιέρωσις του συγγραφέως)

Ετυμολογία

πόνημα < αρχαία ελληνική πόνημα < πονέομαι < πόνος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπόνημαπονήματα
Γενικήπονήματοςπονημάτων
Αιτιατικήπόνημαπονήματα
Κλητικήπόνημαπονήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →