πόπαστο
•
- κυπριακάεπιδόρπιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πόπαστο < (από) πό- + ιταλική pasto (γεύμα)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
πόπαστο < (από) πό- + ιταλική pasto (γεύμα)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →