πόρθηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πορθώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πόρθηση < ελληνιστική κοινή πόρθησις < αρχαία ελληνική πορθέω / πέρθω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πόρθηση | πορθήσεις |
| Γενική | πόρθησης | πορθήσεων |
| Αιτιατική | πόρθηση | πορθήσεις |
| Κλητική | πόρθηση | πορθήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →