πόρισμα
•
- ό,τι αποκομίζεται από τεκμηριωμένη έρευνα ή μελέτη Βικιλεξικό
- εισαγγελικό πόρισμα
- πόρισμα ανακριτικής επιτροπής
- πόρισμα ερευνητικής ομάδας
- μαθηματικάτο συμπέρασμα, αποτέλεσμα μιας απόδειξης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πόρισμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πόρισμα < αρχαία ελληνική πορίζω < πόρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πόρισμα | πορίσματα |
| Γενική | πορίσματος | πορισμάτων |
| Αιτιατική | πόρισμα | πορίσματα |
| Κλητική | πόρισμα | πορίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →