πόρπη
•
- ενδυμασίαη αγκράφα της ζώνης για τη μέση, κυρίως η πολυτελής που είναι από μόνη της κόσμημα Βικιλεξικό
- αρχαιολογίατο κόσμημα με το οποίο συγκρατούσαν στους ώμους τον πέπλο και τον χιτώνα Βικιλεξικό
- Βρέθηκαν επίσης, αρκετά χάλκινα μικροαντικείμενα, όπως βελόνες, μια αγκράφα και μία τοξωτή πόρπη, ενώ στο στόμα του νεκρού – σύμφωνα με τις ταφικές πρακτικές – ήταν τοποθετημένο ένα χάλκινο νόμισμα (Αρχαιολογικόν δελτίον, τόμος 54, 2005, σελ. 500)
- καρφίτσα για τα μαλλιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πόρπη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πόρπη < πείρω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πόρπη | πόρπες |
| Γενική | πόρπης | πορπών |
| Αιτιατική | πόρπη | πόρπες |
| Κλητική | πόρπη | πόρπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →