Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πόρτο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ναυτικός όρος: άλλη λέξη για το λιμάνι, συνηθισμένη άλλοτε στις ελληνικές περιοχές όπου είχε εδραιωθεί περισσότερο η ενετοκρατία και η φραγκοκρατία Βικιλεξικό
    • Μία βραδιὰ σὲ πόρτο ξενικὸ / εἶχα μεθύσει τρομερὰ μὲ οὐίσκυ, τζὶν καὶ μπύρα (Νίκος Καββαδίας, Μαραμπού)
  2. πρώτο συνθετικό ονομασίας λιμένων της Ελλάδας, υπό την επίδραση και την ονοματοθεσία κυρίως των Ενετών Βικιλεξικό
    • Πόρτο - Λεόνε (= το λιμάνι του Πειραιά, παλαιότερα), Πόρτο - Λάγος, Πόρτο - Κάγιο
  3. γλυκό πορτογαλέζικο κρασί (από την ομώνυμη πόλη) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πόρτο < (άμεσο δάνειο) ιταλική porto (λιμάνι) # πόρτο < Porto (πόλη της Πορτογαλίας)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπόρτοπόρτα
Γενικήπόρτουπόρτων
Αιτιατικήπόρτοπόρτα
Κλητικήπόρτοπόρτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →