πόστα
•
- γενικότεραταχυδρομείο Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςνομέας πλοίου Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςο φορτωτήρας πλοίου που χρησιμοποιείται σε φορτοεκφόρτωση Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςη βάρδια - ομάδα λιμενεργατών που απασχολείται στη φορτοεκφόρτωση, ανά φορτωτήρα, ή κύτος (αμπάρι), επί του πλοίου ή από προβλήτα. Βικιλεξικό
- ομάδα εργατών φορτοεκφόρτωσης τρένου, ανά συρμό ή βαγόνι Βικιλεξικό
- τρένο διανομής ταχυδρομείου, αργό, που σταματά σε όλους τους σταθμούς Βικιλεξικό
- το ποσό σε χρήματα ή μάρκες που καταθέτει ο χαρτοπαίκτης ανά παρτίδα παιχνιδιού Βικιλεξικό
- επίπληξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πόστα < ιταλική posta < posita
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πόστα | πόστες |
| Γενική | πόστας | ποστών |
| Αιτιατική | πόστα | πόστες |
| Κλητική | πόστα | πόστες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →