Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πότισμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παροχή νερού στα φυτά προκειμένου να αναπτυχθούν Βικιλεξικό
    • Ἡ τῶν φύλλων πάρωρος κατάπτωσις προέρχεται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τὴν μεγάλην καὶ διαρκή ξηρασίαν, καὶ θεραπεύεται διὰ τῶν ποτισμάτων. (Σπυρίδων Α. Χωματιανός, Γεωπονικά: κηπουρική, αμπελουργία και καλλιέργεια ελαίας, 1848, σελ. 149)

Ετυμολογία

πότισμα < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπότισμαποτίσματα
Γενικήποτίσματοςποτισμάτων
Αιτιατικήπότισμαποτίσματα
Κλητικήπότισμαποτίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →