πύηση
•
- ιατρικήη πυόρροια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πύηση < ελληνιστική κοινή ποίησις < πυέω < αρχαία ελληνική πύον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πύηση | πυήσεις |
| Γενική | πύησης | πυήσεων |
| Αιτιατική | πύηση | πυήσεις |
| Κλητική | πύηση | πυήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →