πύραρχος
•
- βαθμός πυροσβεστικήςo υψηλότερος βαθμός ανώτερου αξιωματικού της πυροσβεστικής υπηρεσίας, αντίστοιχος του συνταγματάρχη στο στρατό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πύραρχος < πύρ- + -αρχος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πύραρχος | πύραρχοι |
| Γενική | πυράρχου / πύραρχου | πυράρχων / πύραρχων |
| Αιτιατική | πύραρχο | πυράρχους / πύραρχους |
| Κλητική | πύραρχε | πύραρχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →