πύρρειος
•
- που σχετίζεται με τις βαριές απώλειες σε στρατιωτική νίκη του βασιλιά της Ηπείρου, Πύρρου Βικιλεξικό
- στην έκφραση πύρρειος νίκη
Ετυμολογία
πύρρειος < αρχαίο ΄όνομα Πύρρ(ος) (ελληνιστική περίοδος για τον βασιλιά της Ηπείρου, Πύρρο) + -ειος, λόγιο ενδογενές δάνειο: μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική Pyrrhic < αρχαία ελληνική Πύρρος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πύρρειος | πύρρεια / πύρρειος | πύρρειο |
| Γενική | πυρρείου / πύρρειου | πυρρείου / πύρρειας | πυρρείου / πύρρειου |
| Αιτιατική | πύρρειο | πύρρεια / πύρρειο | πύρρειο |
| Κλητική | πύρρειε | πύρρεια / πύρρειε | πύρρειο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πύρρειοι | πύρρειες / πύρρειοι | πύρρεια |
| Γενική | πυρρείων / πύρρειων | πυρρείων / πύρρειων | πυρρείων / πύρρειων |
| Αιτιατική | πυρρείους / πύρρειους | πυρρείους / πύρρειες | πύρρεια |
| Κλητική | πύρρειοι | πύρρειες / πύρρειοι | πύρρεια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →